• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grow fond of [sb/sth] v expr (come to like)αρχίζω να συμπαθώ κπ/κτ περίφρ
  αρχίζει να μου αρέσει κπ/κτ περίφρ
  συμπαθιέμαι ρ μ αλληλοπαθ
  τώρα συμπαθώ κπ/κτ, τώρα έχω συμπαθήσει κπ/κτ, τώρα μου αρέσει κπ/κτ περίφρ
 My sister-in-law and I didn't get along well at first, but now we have grown quite fond of one another.
 Στην αρχή δεν τα πηγαίναμε καλά με την κουνιάδα μου, αλλά τώρα συμπαθηθήκαμε αρκετά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'grow fond' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση grow fond στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «grow fond».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!